Ψηλέας Ψογκ
Ο Φίλιππος Τσίτος σκηνοθετεί με μία απλότητα που συνδυάζει καθημερινό ρεαλισμό με σουρεαλιστικές πινελιές και κοινωνικό-σατιρικό δράμα με καθαρή κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου, χειρίζεται το θέμα του πάρα πολύ καλά και δεν αποκλίνει ποτέ από αυτό -η μερική «ανατροπή» που επιφυλάσσει το τέλος, υπό άλλες συνθήκες, θα αλλοίωνε το κεντρικό νόημα, όμως ο Τσίτος κρατά σταθερά το τιμόνι...
Γιώργος Ευθυμίοιυ
Ο Φίλιππος Τσίτος, μετά το My Sweet Home, παραδίδει μια αξιοπρόσεκτη ταινία. Η κάμερα στατική κλείνει τα κάδρα σε μια σφιχτή πλανοθεσία. Η ματιά είναι μινιμαλιστική και αφαιρετική. Έτσι η θέαση εμμένει πιεστικά στους ήρωες και στο κέντρο βάρους της ιστορίας, καθιστώντας την παρακολούθηση ως μια βιωματική ψηλάφηση της σήψης και της πνευματικής δυσωδίας την ελληνικής μικροαστικής κοινότητας.
Γιάννης Βασιλείου
Με ρεαλισμό σπάνιο για ελληνική κωμωδία και κάδρα που αρκετές φορές θαρρείς πως ξεπήδησαν από φιλμ εκπροσώπου της μεγάλης της nouvelle vague σχολής, η «Ακαδημία Πλάτωνος» είναι ένα δείγμα κινηματογράφου από εκείνα που σπανίζουν στην εγχώρια παραγωγή. Το θέαμα είναι ξεκαρδιστικό, διακριτικό, τρυφερό και σκληρό όταν πρέπει και -το κυριότερο όλων- δεν πέφτει ποτέ στην παγίδα της δημαγωγίας.
Σταύρος Γανωτής
Το χιούμορ είναι σατιρικό και θέτει τους Έλληνες εμπρός των μέσων ελαττωμάτων τους. Δείχνει ξένους να εργάζονται συνεχώς κι ενώ οι δικοί μας κάνουν μπάχαλο και την τελευταία τους ελπίδα για κέρδος. Αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, και ίσως δεν χρειαζόταν να γίνει, είναι αν ο Τσίτος θέλει επιμελώς να κρύψει τα νοήματα του ή περισσότερο να μας θέσει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας. Γιατί στην δεύτερη περίπτωση, που φαίνεται και πιο επικρατούσα, απευθύνεται άμεσα σε μερικούς κι ενώ ο ρατσισμός έχει απλωθεί σε όλες τις ηλικίες.